Χαστούκι στη Μονσάντο απο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

meliΒιολογικό μέλι που επιμολύνθηκε από μεταλλαγμένα χαρακτηρίζεται ως "μεταλλαγμένο"

"Το µέλι και τα συµπληρώµατα διατροφής που περιέχουν γύρη προερχόµενη από γενετικώς τροποποιηµένο οργανισµό (ΓΤΟ) αποτελούν τρόφιµα που έχουν παραχθεί από ΓΤΟ και των οποίων η εµπορία δεν επιτρέπεται, αν δεν έχει χορηγηθεί σχετική έγκριση. Η γύρη αυτή δεν αποτελεί πλέον ΓΤΟ, εφόσον έχει απολέσει την αναπαραγωγική της ικανότητα και στερείται οποιασδήποτε ικανότητας µεταφοράς γενετικού υλικού Η οδηγία για τους γενετικώς τροποποιηµένους οργανισµούς (ΓΤΟ) 1 προβλέπει ότι η σκόπιµη ελευθέρωση ή η διάθεση ΓΤΟ στην αγορά επιτρέπεται µόνο κατόπιν χορήγησης έγκρισης. Εξάλλου, ο κανονισµός για τα γενετικώς τροποποιηµένα τρόφιµα και τις γενετικώς τροποποιηµένες ζωοτροφές 2 ορίζει ότι οι ΓΤΟ που προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή, τα τρόφιµα που περιέχουν ή αποτελούνται από ΓΤΟ και τα τρόφιµα που παράγονται από συστατικά παραγόµενα από ΓΤΟ ή περιέχουν τέτοια συστατικά υπόκεινται σε διαδικασία έγκρισης πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά. Το 1998 η Monsanto έλαβε έγκριση για τη διάθεση στην αγορά του γενετικώς τροποποιηµένου αραβοσίτου MON 810. Ο αραβόσιτος αυτός περιέχει το γονίδιο ενός βακτηρίου το οποίο εκκρίνει τοξίνες που καταστρέφουν τις προνύµφες ενός βλαβερού είδους πεταλούδας, οι οποίες, όταν προσβάλλουν το φυτό, βλάπτουν την ανάπτυξή του. Το ιστορικό της ένδικης διαφοράς µεταξύ του K.-H. Bablok, ερασιτέχνη µελισσοκόµου, και του Freistaat Bayern (του Βαυαρικού ∆ηµοσίου, Γερµανία), στο οποίο ανήκουν διάφορα γεωτεµάχια στα οποία έγινε κατά τα τελευταία έτη καλλιέργεια του αραβοσίτου MON 810 για ερευνητικούς σκοπούς, έχει ως εξής. Ο Κ.-Η. Bablok παράγει, σε µικρή απόσταση από τα εν λόγω γεωτεµάχια, µέλι προς πώληση και για δική του κατανάλωση. Έως το 2005 παρήγε επίσης γύρη προς πώληση ως τρόφιµο, υπό µορφή συµπληρωµάτων διατροφής. Το 2005 εντοπίστηκαν αφενός DNA αραβοσίτου MON 810 και αφετέρου γενετικώς τροποποιηµένες πρωτεΐνες στη γύρη αραβοσίτου την οποία συνέλεξε ο K.-H. Bablok σε κυψέλες τοποθετηµένες σε απόσταση 500 µέτρων από τα γεωτεµάχια του Freistaat Bayern. Εξάλλου, απειροελάχιστες ποσότητες DNA αραβοσίτου MON 810 ανιχνεύθηκαν και σε κάποια δείγµατα µελιού του K.-H. Bablok. Ο K.-H. Bablok θεώρησε ότι η παρουσία υπολειµµάτων γενετικώς τροποποιηµένου αραβοσίτου στα µελισσοκοµικά προϊόντα του τα καθιστούσε ακατάλληλα για διάθεση στο εµπόριο ή για κατανάλωση, οπότε προσέφυγε κατά του Βαυαρικού ∆ηµοσίου ενώπιον των γερµανικών δικαστηρίων, στη δε δίκη άσκησαν παρέµβαση και άλλοι τέσσερις ερασιτέχνες µελισσοκόµοι. Το Bayerischer Verwaltungsgerichtshof (∆ιοικητικό Εφετείο Βαυαρίας, Γερµανία) επισήµανε ότι, από τη στιγµή που η επίµαχη γύρη ενσωµατώνεται στο µέλι ή στα συµπληρώµατα διατροφής µε βάση τη γύρη, χάνει την αναπαραγωγική της ικανότητα. Κατά το δικαστήριο αυτό, πρέπει να 1 Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιµη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιηµένων οργανισµών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συµβουλίου (ΕΕ L 106, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε µε τον κανονισµό 1829/2003 και τον κανονισµό (ΕΚ) 1830/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 22ας Σεπτεµβρίου 2003 (ΕΕ L 268, σ. 24). 2 Κανονισµός (ΕΚ) 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου, της 22ας Σεπτεµβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιηµένα τρόφιµα και ζωοτροφές (ΕΕ L 268, σ. 1).

www.curia.europa.eu

διασαφηνιστούν οι συνέπειες της απώλειας αυτής, οπότε υποβάλλει στο ∆ικαστήριο κυρίως το ερώτηµα αν η παρουσία και µόνο, εντός των επίµαχων µελισσοκοµικών προϊόντων, γύρης γενετικώς τροποποιηµένου αραβοσίτου, η οποία έχει απολέσει την αναπαραγωγική της ικανότητα, έχει ως συνέπεια ότι προϋπόθεση για τη διάθεση στην αγορά των εν λόγω προϊόντων είναι η χορήγηση έγκρισης. Το ∆ικαστήριο τονίζει µε τη σηµερινή απόφασή του ότι η γύρη αυτή δεν µπορεί να χαρακτηριστεί ως ΓΤΟ παρά µόνον αν αποτελεί «οργανισµό» κατά την έννοια της οδηγίας και του κανονισµού, δηλαδή αν συνιστά «βιολογική οντότητα ικανή» είτε «προς αναπαραγωγή» είτε «προς µεταφορά γενετικού υλικού». Συναφώς, το ∆ικαστήριο διαπιστώνει ότι, αφού δεν αµφισβητείται ότι η επίµαχη στην κύρια δίκη γύρη έχει απολέσει κάθε συγκεκριµένη και εξατοµικευµένη ικανότητα προς αναπαραγωγή, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν η γύρη αυτή είναι εντούτοις ικανή «προς µεταφορά γενετικού υλικού», λαµβάνοντας δεόντως υπόψη τα διαθέσιµα επιστηµονικά δεδοµένα και εξετάζοντας κάθε επιστηµονικώς αποδεδειγµένη µορφή µεταφοράς γενετικού υλικού. Το ∆ικαστήριο καταλήγει στο συµπέρασµα ότι µια ουσία όπως η γύρη που προέρχεται από ποικιλία γενετικώς τροποποιηµένου αραβοσίτου και η οποία έχει απολέσει την αναπαραγωγική της ικανότητα και στερείται οποιασδήποτε ικανότητας µεταφοράς του γενετικού υλικού που περιέχει παύει να εµπίπτει στην έννοια αυτή. Το ∆ικαστήριο δέχεται στη συνέχεια ότι ορισµένα πάντως προϊόντα, όπως το µέλι και τα συµπληρώµατα διατροφής, τα οποία περιέχουν τέτοια γύρη αποτελούν τρόφιµα που περιέχουν συστατικά παραγόµενα από ΓΤΟ, κατά την έννοια του κανονισµού. Συναφώς, το ∆ικαστήριο διαπιστώνει ότι η επίµαχη γύρη «παράγεται από ΓΤΟ» και συνιστά «συστατικό» του µελιού και των συµπληρωµάτων διατροφής µε βάση τη γύρη. Όσον αφορά το µέλι, το ∆ικαστήριο τονίζει ότι η γύρη δεν αποτελεί ξένο σώµα ούτε πρόσµειξη στο µέλι, αλλά κανονικό στοιχείο της σύνθεσης του εν λόγω προϊόντος, οπότε πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «συστατικό» του. Εποµένως, η επίµαχη γύρη εµπίπτει στο πεδίο εφαρµογής του κανονισµού και υπόκειται στην προβλεπόµενη από τον κανονισµό αυτό διαδικασία έγκρισης πριν διατεθεί στην αγορά. Το ∆ικαστήριο επισηµαίνει ότι ο ηθεληµένος ή τυχαίος χαρακτήρας της εισαγωγής της εν λόγω γύρης στο µέλι δεν εξαιρεί το τρόφιµο που περιέχει συστατικά παραγόµενα από ΓΤΟ από την εφαρµογή της εν λόγω διαδικασίας έγκρισης. Τέλος, κατά το ∆ικαστήριο, η προϋπόθεση έγκρισης ισχύει ανεξάρτητα από το ποσοστό γενετικώς τροποποιηµένου υλικού που περιέχεται στο επίµαχο προϊόν. ΥΠΟΜΝΗΣΗ: Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως παρέχει στα δικαστήρια των κρατών µελών τη δυνατότητα να υποβάλουν στο ∆ικαστήριο, στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχουν επιληφθεί, ερώτηµα σχετικό µε την ερµηνεία του δικαίου της Ένωσης ή µε το κύρος πράξεως οργάνου της Ένωσης. Το ∆ικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς που εκκρεµεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να επιλύσει τη διαφορά αυτή, λαµβάνοντας υπόψη την απόφαση του ∆ικαστηρίου. Η απόφαση αυτή δεσµεύει, οµοίως, τα άλλα εθνικά δικαστήρια ενώπιον των οποίων ανακύπτει παρόµοιο ζήτηµα. Ανεπίσηµο έγγραφο προοριζόµενο για τα µέσα µαζικής ενηµερώσεως, το οποίο δεν δεσµεύει το ∆ικαστήριο. Το πλήρες κείµενο της αποφάσεως είναι διαθέσιµο στην ιστοσελίδα CURIA από την ηµεροµηνία δηµοσιεύσεώς της Επικοινωνία: Estella Cigna-Αγγελίδη